Menu

Δράσεις Δια Βιου Εκπαίδευσης – Σεμινάρια Ειδικής Αγωγής – Σεμινάρια εκπαιδευτικών - E-employ.gr

Ένταξη και Συνεκπαίδευση κωφών παιδιών στο κοινό σχολείο

Κατηγορία Άρθρα & Νέα για την Εκπαίδευση

Ένταξη και Συνεκπαίδευση κωφών παιδιών στο κοινό σχολείο

Ως παιδιά με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες θεωρούνται τα παιδιά που αδυνατούν, για οποιονδήποτε λόγο π.χ. κώφωση, νοητική ανεπάρκεια κ.ά., να παρακολουθήσουν το πρόγραμμα της τάξης τους χωρίς ειδική βοήθεια. Ας έρθουμε όμως σε μια υποκατηγορία παιδιών με ειδικές ανάγκες που είναι τα κωφά και βαρήκοα. Στατιστικά γεννιούνται 1 στα 1000 κωφά παιδιά.

Ένας διαχωρισμός των κωφών ή βαρήκοων παιδιών είναι σε προγλωσσικά και μεταγλωσσικά. Προγλωσσικά κωφά ή βαρήκοα παιδιά είναι όσα γεννήθηκαν κωφά ή έχασαν την ακοή τους πριν κατακτήσουν τη γλώσσα ή καλύτερα πριν μάθουν να μιλάνε, δηλαδή πριν την ηλικία των 3-4 ετών. Μεταγλωσσικά κωφά ή βαρήκοα παιδιά είναι όσα έχασαν την ακοή τους μετά την ηλικία των 3-4 ετών, αφού δηλαδή έχουν κατακτήσει τη γλώσσα, έχουν μάθει να επικοινωνούν με το περιβάλλον τους και επομένως έχουν κατακτήσει αρκετές γνώσεις και δεξιότητες. Και οι δύο παραπάνω κατηγορίες χρειάζονται παιδαγωγική, ψυχολογική και κοινωνική υποστήριξη (Λαμπροπούλου Β., 1999).

Η έννοια της δίγλωσσης – διπολιτισμικής εκπαίδευσης για τους κωφούς μαθητές στηρίζεται σε μια πολιτισμική προοπτική για τη ζωή των Κωφών. Σε πολλά προγράμματα στον κόσμο, τα σχολεία συνεχώς ανακαλύπτουν τρόπους για να διευκολύνουν τη λειτουργία δίγλωσσων – διπολιτισμικών εκπαιδευτικών προσεγγίσεων.Η παιδαγωγική, η ψυχολογία, η κοινωνιολογία, η ιατρική, η γλωσσολογία, κ.ά. είναι μερικοί από τους επιστημονικούς κλάδους οι οποίοι εμπλέκονται με την εκπαίδευση των κωφών παιδιών. Κάθε επιστήμη από την πλευρά της προσπαθεί ναδώσει ό,τι καλύτερο.

Η αρχή έγινε με το παθολογικό μοντέλο το οποίο χρησιμοποιήθηκε από τους γιατρούς για πάρα πολλά έτη. Αυτοί θεωρούσαν την κώφωση ως ασθένεια. Έδιναν ιδιαίτερο βάρος στην ομιλία και τη θεραπεία της, και παρέβλεπαν το γεγονός ότι οι άνθρωποι αυτοί είχαν τη νοηματική ως γλώσσα. Το παθολογικό μοντέλο από τις αρχές της δεκαετίας του 1960 αμφισβητήθηκε λόγω των χαμηλών σχολικών επιδόσεων και έδωσε τη θέση του στη νοηματική γλώσσα, ως πρώτη γλώσσα του κωφού παιδιού. Η μετάβαση αυτή δεν έγινε τόσο ανώδυνα, αλλά μέσα από επιστημονικό μόχθο έως ότου αποδείχθηκε ότι η νοηματική γλώσσα δεν έχει τίποτε να ζηλέψει από τις άλλες γλώσσες γιατί πληροί όλα τα γλωσσολογικά εκείνα στοιχεία τα οποία την καθιερώνουν ως ισότιμη γλώσσα. Είναι μια γλώσσα με γραμματικούς, συντακτικούς, πραγματολογικούς κανόνες και πλούσια σε δημιουργικότητα.

Αποδείχθηκε, λοιπόν, ότι τα παιδιά - χρήστες της νοηματικής γλώσσας μαθαίνουν ευκολότερα και έτσι μαθαίνουν καλύτερα την ομιλούμενη γλώσσα. Επομένως πρόκειται για μια γλωσσική – πολιτισμική μειονότητα, που διεκδικεί το αυτονόητο: την αυτοδιαχείριση και την αυτοδιάθεσή της. Με το νόμο 2817/2000 καθιερώνεται η Ελληνική Νοηματική Γλώσσα ως επίσημη γλώσσα των κωφών.

Με τον παραπάνω νόμο τα κωφά ή βαρήκοα παιδιά, όπως και όλα τα παιδιά με ειδικές ανάγκες, μπορούν να φοιτούν στη συνήθη σχολική τάξη με παράλληλη στήριξη από εκπαιδευτικό ειδικής αγωγής. Επίσης μπορούν να φοιτούν σε Τμήματα Ένταξης που λειτουργούν μέσα στα γενικά σχολεία. Οι εκπαιδευτικοί στα παραπάνω τμήματα πρέπει να είναι εξειδικευμένοι στη διδασκαλία κωφών παιδιών και φυσικά να γνωρίζουν τη νοηματική γλώσσα.

Πέρα όμως από την εξειδίκευση που απαιτείται να έχει ο εκπαιδευτικός της ειδικής αγωγής είναι φανερό ότι σήμερα και οι εκπαιδευτικοί της γενικής αγωγής θα πρέπει να κατέχουν τουλάχιστον τις γνώσεις εκείνες που θα τους ευαισθητοποιήσουν και θα τους οδηγήσουν σε καλύτερη και προσφορότερη συνεργασία με τους ειδικούς.

Ένας ακόμη λόγος που κρίνουμε ότι ενισχύει την παραπάνω σκέψη είναι ότι όλο και περισσότερα κωφά ή βαρήκοα παιδιά εκπαιδεύονται πλέον σε σχολικές μονάδες της γενικής και όχι της ειδικής αγωγής, σύμφωνα πάντα και με τα διεθνή δεδομένα. Δεν είναι όμως δυνατόν να εντάξουμε ένα κωφό παιδί σε τάξη ακουόντων χωρίς την ανάλογη προετοιμασία. Πριν, λοιπόν, εντάξουμε ένα κωφό ή βαρήκοο παιδί σε τάξη ακουόντων πρέπει να προετοιμαστούν κατάλληλα όλοι οι εκπαιδευτικοί, οι γονείς και φυσικά οι μαθητές. Αυτό μπορεί να γίνει μέσα από συζητήσεις, προβολές ανάλογων ταινιών που θα έχουν ως σκοπό τη διαφορετική επικοινωνία και την ευαισθητοποίηση όλων.

Καλό είναι να υπάρχουν στα σχολεία Κοινωνικοί Λειτουργοί και Ψυχολόγοι που θα ενημερώνουν συνεχώς τους μαθητές για τις διάφορες εκπαιδευτικές ή άλλες ανάγκες των κωφών ή βαρήκοων μαθητών. Αν όμως δεν υπάρχουν αυτοί οι επιστήμονες τότε το ρόλο τους αναλαμβάνει ίδιος ο εκπαιδευτικός.
Το περιβάλλον της τάξης πρέπει να τροποποιηθεί επίσης. Η διάταξη των θρανίων πρέπει να είναι σε ημικύκλιο, έτσι ώστε ο κωφός μαθητής να έχει οπτική επαφή με όλους τους συμμαθητές του. Το αυτί που ακούει καλύτερα να στρέφεται προς το δάσκαλο και όχι προς τον τοίχο. Το πρόσωπο του δασκάλου να φωτίζεται, για να μπορεί το κωφό παιδί να κάνει καλύτερη χειλεανάγνωση και αν είναι δυνατόν να κάθεται με κάποιον συμμαθητή του, ο οποίος θα είναι σε θέση να τον βοηθάει κατά τη διάρκεια του μαθήματος.

Εκτός από το δάσκαλο μέσα στην τάξη μπορεί να παρευρίσκεται και κάποιος διερμηνέας της νοηματικής γλώσσας. Αυτός βοηθάει τον κωφό μαθητή όχι μόνο μετατρέποντας την ομιλία του δασκάλου σε νοηματική γλώσσα, αλλά παρακολουθώντας την όλη μαθησιακή και όχι μόνο πρόοδο του παιδιού.
Ο θόρυβος που προξενείται μέσα στην τάξη ή έρχεται από το εξωτερικό περιβάλλον πρέπει τουλάχιστον να ελαχιστοποιηθεί γιατί συγχέει τα ακουστικά ερεθίσματα του παιδιού.

Εμείς οι εκπαιδευτικοί πρέπει να έχουμε παιδαγωγικούς προσανατολισμούς και αυτοί να φαίνονται καθαρά μέσα από τα αναλυτικά προγράμματα που χρησιμοποιούμε, με βάση τα οποία θα προσαρμόσουμε τη διδασκαλία μας. Επίσης πρέπει να καταλάβουμε ότι δεν δίνουμε μόνο γνώσεις στο κωφό παιδί, αλλά του στηρίζουμε την αυτοεκτίμησή του και την κοινωνική του ένταξη.

Φυσικά το Α και το Ω της όλης προσπάθειας του εκπαιδευτικού είναι η άριστη συνεργασία με τους γονείς ιδιαίτερα του κωφού παιδιού. Οι γονείς γνωρίζουν πολλά περισσότερα και μπορούν να βοηθήσουν αποτελεσματικά έτσι ώστε η παιδαγωγική διαδικασία να συνεχίζεται και στο σπίτι. Εδώ κρίνεται απαραίτητο το «τετράδιο επικοινωνίας».

Επομένως η εκπαίδευση των κωφών παιδιών εξαρτάται άμεσα από την επιλογή του κατάλληλου περιβάλλοντος μάθησης. Η κοινότητα των εκπαιδευτικών διερωτάται αν τα κωφά παιδιά πρέπει να εκπαιδεύονται μέσα στα γενικά σχολεία ή σε ειδικά σχολεία και τμήματα ένταξης.

Τα τελευταία χρόνια η ιδέα της ένταξης, της ενσωμάτωσης και πρόσφατα της συνεκπαίδευσης κερδίζει συνεχώς έδαφος και έχει επηρεάσει τις πολιτικές επιλογές και πρακτικές σε πολλά κράτη. Η πίεση για την πλήρη συμμετοχή (inclusion) των κωφών στο πρόγραμμα του σχολείου των ακουόντων, η φοίτηση δηλαδή των κωφών παιδιών στις συνηθισμένες τάξεις μαζί με τα ακούοντα παιδιά, με την παροχή ειδικών υπηρεσιών και διερμηνέων νοηματικής, είναι ένα από πιο επίκαιρα θέματα συζήτησης διεθνώς. Αποτέλεσμα της πίεσης για συνεκπαίδευση είναι η αποδοχή της ιδέας της ενσωμάτωσης από πολλές κυβερνήσεις, συνέπεια της οποίας είναι η συρρίκνωση των σχολείων-οικοτροφείων και, γενικά, των ειδικών σχολείων κωφών στις Η.Π.Α. και σε πολλές άλλες χώρες (Moores, 1996). Η νέα αυτή πραγματικότητα προβληματίζει ιδιαίτερα την κοινότητα των Κωφών διεθνώς, η οποία θεωρεί τα ειδικά σχολεία –οικοτροφεία κοιτίδες διάδοσης και διατήρησης της νοηματικής γλώσσας και της πολιτισμικής κληρονομιάς της κοινότητάς τους. Πολλοί ειδικοί συντάσσονται με τις απόψεις των Κωφών, θεωρώντας ότι τα κωφά παιδιά στα σχολεία ακουόντων θα στερηθούν τις απαραίτητες παροχές και τη συναισθηματική και πολιτιστική στήριξη που χρειάζονται για να αποκτήσουν και να ολοκληρωθούν ως προσωπικότητες (Λαμπροπούλου, 2001).

Σύνταξη: Δρ. Τζίμας Γεώργιος, Σχολικός Σύμβουλος Π.Ε., Λαμπροπούλου Αικατερίνη, Δασκάλα Ειδικής Αγωγή
Προέλευση: Πρακτικά του Ελληνικού Ινστιτούτου Εφαρμοσμένης Παιδαγωγικής και Εκπαίδευσης (ΕΛΛ.Ι.Ε.Π.ΕΚ.), 4ο Πανελλήνιο Συνέδριο με θέμα: «Σχολείο Ίσο για Παιδιά Άνισα», Αθήνα,4‐ 6 Μαΐου 2007.ISSN: 1790-8574 241

Διαβάστε περισσότερα

Σχολείο για όλους! Παιδιά ισότιμα μέσα στην τάξη

Κατηγορία Άρθρα & Νέα για την Εκπαίδευση

Σχολείο για όλους! Παιδιά ισότιμα μέσα στην τάξη

Η συμπεριληπτική εκπαίδευση είναι η εκπαίδευση που στοχεύει στην ισότητα μεταξύ των μαθητών, στην άρση των διακρίσεων και του στιγματισμού. Στα σημερινά σχολεία υπάρχουν μαθητές που διαφέρουν ως προς την εθνικότητα, το φύλο, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, τις ειδικές μαθησιακές ανάγκες. Πολλές φορές, οι μαθητές αυτοί αντιμετωπίζονται διαφορετικά τόσο από τους δασκάλους όσο και από τους ίδιους τους συμμαθητές τους. Η συμπεριληπτική εκπαίδευση δεν στοχεύει μονάχα στη συμπερίληψη των μαθητών με δυσκολίες, αλλά δίνει έμφαση στις ατομικές ανάγκες του κάθε μαθητή, όποιες κι αν είναι αυτές (Σιώζιου, 2008).

Η συμβολή των εκπαιδευτικών, των μαθητών και της κοινωνίας στη λήψη αποφάσεων είναι μεγίστης σημασίας για την προαγωγή ενός συμπεριληπτικού κλίματος. Η εκπαιδευτική ηγεσία (δάσκαλοι και διευθυντές) μπορεί να προβεί σε αλλαγές του εκπαιδευτικού συστήματος με σκοπό να προαχθεί η ισότητα μεταξύ όλων των μαθητών. Οι μαθητές, με τη σειρά τους, με την ενεργή συμμετοχή τους μπορούν να επιφέρουν διάφορες αλλαγές, θετικές για αυτούς. Η κοινωνία, με τη σταδιακή αλλαγή της γενικότερης νοοτροπίας που επικρατεί σε σχέση με τη διαφορετικότητα, μπορεί να οδηγήσει σε ριζοσπαστικές αλλαγές.

Συγκεκριμένα, οι εκπαιδευτικοί μπορούν να συνεργάζονται μεταξύ τους, αλλά και με τον διευθυντή του σχολείου και τους μαθητές, ώστε να συζητούν για τις διάφορες αλλαγές που θα οδηγήσουν στην ευνοϊκότερη αντιμετώπιση των μαθητών με διαφορές. Για παράδειγμα:
• H διαμόρφωση ενός αναλυτικού σχολικού προγράμματος που θα διευκολύνει τους μαθητές με ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες
• Η συνεργασία των εκπαιδευτικών με τον δάσκαλο παράλληλης στήριξης των μαθητών που αντιμετωπίζουν δυσκολίες (Χρυσικού, 2017). Αυτό θα έχει σκοπό την καλύτερη κατανόηση των παιδιών αυτών και των δυσκολιών τους, από τη μεριά του δασκάλου της τάξης.
• Η συνεργασία των εκπαιδευτικών με τους μαθητές, ώστε να διασφαλίζεται η καλή σχέση μεταξύ συμμαθητών, το ομαδικό πνεύμα και ο σεβασμός στις διαφορετικές απόψεις, που θα προάγει το συμπεριληπτικό κλίμα μέσα στην τάξη (Χόχωλης, 2016).

Η συμβολή των μαθητών είναι εξίσου σημαντική στη δημιουργία ενός «σχολείου για όλους». Οι μαθητές, όπως και ο εκπαιδευτικός της τάξης, είναι υπεύθυνοι για τη διαμόρφωση ενός θετικού κλίματος μέσα στην τάξη. Οι τρόποι με τους οποίους μπορούν να το πετύχουν είναι οι εξής:
• Η δημιουργία ενός κλίματος συνεργασίας μεταξύ των μαθητών είναι ιδιαίτερα σημαντική. Οι μαθητές συνεργαζόμενοι μεταξύ τους για τις διάφορες εργασίες δημιουργούν έναν ξεχωριστό κώδικα επικοινωνίας. Με αυτό τον τρόπο προάγεται ένα κλίμα ισότητας και δεν περιθωριοποιείται κανείς κρινόμενος ως διαφορετικός (Jorgensen et al., 2012).
• Oι φωνές των μαθητών μπορούν να προάγουν ένα κλίμα συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. Οι μαθητές με τη διατύπωση απόψεων μέσα στην τάξη ευνοούν την ενεργητική συμμετοχή και παρακινούν και τους υπόλοιπους συμμαθητές τους στο να πράξουν το ίδιο. Ακόμα και οι μαθητές που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ή διαφέρουν, παρακινούνται να εμπλακούν ενεργά κι αυτό βοηθά τους εκπαιδευτικούς στο να τους γνωρίσουν καλύτερα και ενισχύεται η αυτοεκτίμησή τους. Επιπλέον, η διατύπωση των απόψεων από τη μεριά των μαθητών μπορεί να οδηγήσει και σε αλλαγή του εκπαιδευτικού συστήματος (Αγγελίδης, 2013).

Tέλος, η συμβολή της κοινότητας είναι εξίσου σημαντική στη δημιουργία ενός συμπεριληπτικού κλίματος στα σχολεία. Μολονότι η κοινότητα είμαστε εμείς, οφείλουμε να προετοιμάσουμε το έδαφος ώστε να γίνει αποδεκτή η έννοια της συμπερίληψης, όχι μόνο στα σχολεία αλλά και στην καθημερινή μας ζωή.

Η ρατσιστική αντιμετώπιση απέναντι σε όσους αντιμετωπίζουν δυσκολίες οφείλει να εξαλειφθεί. Αυτό είναι κάτι που διδάσκεται από τους γονείς προς τα παιδιά τους, αλλά και μέσα στα σχολεία με σκοπό την άρση της περιθωριοποίησης και του στιγματισμού. Η δημιουργία προγραμμάτων πρόληψης και ενημέρωσης είναι μεγίστης σημασίας, διότι μας μαθαίνει πώς πρέπει να αντιμετωπίζουμε τη διαφορετικότητα στην καθημερινή μας ζωή και μας ευαισθητοποιούν σχετικά με αυτά τα ζητήματα (Παπαπέτρου και συν., 2013).

Η κοινωνία είναι υπεύθυνη, μέσω των πρακτικών που υιοθετεί, ώστε το σχολείο να μην εστιάζει στον ανταγωνισμό, αλλά στην κοινωνική αποδοχή των μαθητών (Παπαστεργίου, 2017).

Βιβλιογραφικές αναφορές:
Αγγελίδης, Π. & Χατζησωτηρίου, Χ. (2013) Διαπολιτισμικός Διάλογος στην Εκπαίδευση Αθήνα: Διάδραση
Jorgensen, C., Sheehan, M., Schuh, M., & Sonnenmeier, R. (2012). Essential Best Practices in Inclusive Schools. Uni of New Hampshire: National Center on Inclusive Education Institute on Disability.
Παπαπέτρου, Σ., Μπαλκίζας, Ν., Μπελεγράτη, Χ., & Υφαντή, Ε. (2013). Συμπεριληπτική Εκπαίδευση: Συγκριτική μελέτη για τις στάσεις των εκπαιδευτικών στην Ελλάδα και Ολλανδία σε σχέση με τη νομοθεσία και τις εκπαιδευτικές δομές της συμπεριληπτικής εκπαίδευσης. (παρουσίαση συνεδρίου, Εθνικό Καποδιστρικό Παν/μιο Αθηνών).
Παπαστεργίου, Σ. (2017). Οι απόψεις των εκπαιδευτικών δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ειδικής και γενικής αγωγής για τη συμπερίληψη των μαθητών με πολλαπλές αναπηρίες στο γενικό σχολείο. (Διπλωματική εργασία, Παν/μιο Μακεδονίας).
Σιώζιου, Α. (2008). Συμπεριληπτική Εκπαίδευση: Ειδικές Κατηγορίες Υποψηφίων Στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση στην Ελλάδα (Μεταπτυχιακή εργασία). Πανεπιστήμιο Πατρών.
Xόχωλη, Γ. (2016). Η ενεργή συμμετοχή των παιδιών στην εκπαιδευτική διαδικασία. (μεταπτυχιακή εργασία, Παν/μιο Λευκωσίας).
Xρυσικού, Α. (2017). Συμπεριληπτική εκπαίδευση και σχολική ηγεσία (άρθρο από Εκπαιδευτικό Ιστολόγιο, Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Σπουδών Εκπαιδευτικής Πολιτικής).
Σύνταξη: Δάφνη Στριγγάρη Ψυχολόγος, Γνωσιακή Συμπεριφοριστική Ψυχοθεραπεύτρια
Πηγή: https://www.psychologynow.gr/

Διαβάστε περισσότερα

Αναπηρία και εκπαιδευτική ένταξη

Κατηγορία Άρθρα & Νέα για την Εκπαίδευση

Αναπηρία και εκπαιδευτική ένταξη

Η εκπαίδευση είναι ο βασικός χώρος στον οποίο τα παιδιά ανάπηρα ή μη, προετοιμάζονται για τον μελλοντικό κοινωνικό τους ρόλο και οικειοποιούνται τις κυρίαρχες αξίες και αντιλήψεις. Έτσι, ο διαχωρισμός και οι αρνητικές διακρίσεις στην εκπαίδευση σε βάρος των αναπήρων είναι το βασικό μέσο που διαιωνίζει την κοινωνική τους περιθωριοποίηση. Η εκπαίδευση είναι ένας από τους κοινωνικούς μηχανισμούς που εξασφαλίζουν τη διαμόρφωση των νέων προσώπων κάθε κοινωνίας με βάση τις αρχές και τις ηθικές αξίες της κοινωνίας. Αυτό βέβαια σημαίνει ότι η εκπαίδευση έχει μια βασικά ηθική βάση, η οποία μπορεί να αλλάζει. Στο βαθμό που η εκπαίδευση είναι επίσης ένα κοινωνικό αγαθό, η πρόσβαση σε αυτή αποτελεί ένα πολιτικό ζήτημα το οποίο όπως και η ηθική της βάση καθορίζεται με βάση την πολιτική και τις πολιτικές διεκδικήσεις.

Το ιατρικό μοντέλο ερμηνείας της αναπηρίας ή όπως αλλιώς ονομάζεται το μοντέλο της προσωπικής τραγωδίας, θεωρεί ότι το πρόβλημα βρίσκεται στο άτομο, το οποίο δυστυχώς δεν μπορεί να είναι όπως η πλειοψηφία των υπόλοιπων, και πρέπει οι υπόλοιποι να φροντίσουν να το βοηθήσουν ώστε να τους μοιάσει όσο το δυνατόν περισσότερο. Για την επίτευξη αυτού του στόχου δημιουργήθηκε η ειδική αγωγή. Ιστορικά λοιπόν, η ειδική αγωγή ως χώρος ξεκινά από μια ιατρική αντίληψη και συνδυάζει το στοιχείο της ενδογενούς παθολογίας, με την παροχή βοήθειας. Η ειδική αγωγή ξεκινά επιστημονικά και οργανωτικά από το χώρο της ιατρικής ως προσπάθεια να εξυπηρετηθούν μικροί πληθυσμοί παιδιών με πολύ συγκεκριμένα προβλήματα, όπως τυφλά, κωφά, με νοητική υστέρηση, κλπ.

Όμως, στη συνέχεια, με βάση την καθιέρωση της υποχρεωτικής εκπαίδευσης, ο πληθυσμός της ειδικής αγωγής αλλάζει και η ειδική αγωγή καλείται να εξυπηρετήσει μεγάλους αριθμούς παιδιών που ακόμη και όταν δεν υπάρχει σαφής παθολογία δεν μπορούν να προχωρήσουν στο γενικό εκπαιδευτικό σύστημα. Αργότερα, με βάση την έντονη κριτική που αναπτύσσεται στο τέλος της δεκαετίας του 60 και στη δεκαετία του 70 ψηφίζονται νέες νομοθεσίες με στόχο την όλο και μεγαλύτερη ένταξη των παιδιών με αναπηρία στο συνηθισμένο σχολείο, στη βάση της αρχής της δικαιοσύνης και των ίσων ευκαιριών. Σημαντικός αριθμός ερευνών καταδεικνύουν ότι η διάγνωση των αναπηριών των παιδιών, που αποτελεί την αιτιολογία της ένταξής τους στην ειδική αγωγή και καθορίζει την αντιμετώπιση του προβλήματός τους, δεν είναι καθόλου έγκυρη και ασφαλής (Gartner & Lipsky, 1987). Επίσης, άλλες έρευνες αμφισβητούν το διαχωρισμό των παιδιών στην ειδική αγωγή ως επιτυχή αντιμετώπιση και εκπαιδευτική πρακτική.

30. E learning 2.12.19Με βάση τα παραπάνω εμπειρικά δεδομένα, αλλά και τον πολιτικό προβληματισμό σε σχέση με την ηθική δικαιολόγηση του διαχωρισμού των παιδιών στην ειδική αγωγή, αμφισβητήθηκε ο μύθος του ιατρικού μοντέλου της παθολογίας του ατόμου. Αμφισβητήθηκε ο αποκλεισμός κάθε παιδιού από κάθε μορφή εκπαίδευσης με βάση χαρακτηριστικά φυσιολογίας και θεωρήθηκε ότι ακόμη και η επανένταξη των παιδιών με ειδικές ανάγκες στο συνηθισμένο σχολείο δεν ικανοποιεί τα δικαιώματα των μαθητών. Η επανένταξη αυτών των μαθητών χωρίς να αίρεται το μοντέλο της προσωπικής τραγωδίας μπορεί απλά να διαιωνίζει τις ήδη υπάρχουσες πρακτικές κοινωνικού αποκλεισμού και αδικίας στο σημερινό σχολείο.

Με αυτόν τον τρόπο, δεν αναγνωρίζεται ο ρόλος του περιβάλλοντος και ο κοινωνικός ορισμός της αναπηρίας. Ειδικότερα στο πλαίσιο της εκπαίδευσης, δεν αναγνωρίζεται ο ρόλος του σχολείου και η αλληλεπίδραση μεταξύ των στενών ορίων του σημερινού σχολείου που απευθύνεται στο μέσο μαθητή και στον ορισμό κάποιων μαθητών ως ανίκανων επειδή δεν μπορούν να χωρέσουν σε αυτά τα στενά όρια.

Η κίνηση για την ένταξη των ατόμων με ειδικές ανάγκες στη συνηθισμένη τάξη αντανακλά μια λογική αναδιανομής του κοινωνικού αγαθού της εκπαίδευσης για την άρση της κοινωνικής αδικίας εις βάρος των ανθρώπων με αναπηρία. Το βασικό όμως μειονέκτημα είναι ότι όλα τα αναδιανεμητικά μέτρα των αγαθών της εκπαίδευσης δεν αμφισβήτησαν στην πράξη το μοντέλο της προσωπικής τραγωδίας, αδυνατώντας να δουν το ρόλο της ετικετοποίησης αλλά και το ρόλο του ίδιου του σχολείου στη δημιουργία της κοινωνικής αδικίας.

Η μη αναγνώριση της αναπηρίας ως κοινωνικής μορφής αποκλεισμού και όχι ως προσωπική τραγωδία, πριμοδοτήθηκε και από τις πρώτες κινήσεις υπεράσπισης των δικαιωμάτων των αναπήρων, που αποτελούνταν από ειδικούς και γονείς ή οργανώσεις φιλάνθρωπων, οι οποίοι ήταν οι ίδιοι φορείς του μοντέλου της προσωπικής τραγωδίας.

Έτσι, αν και στο επίπεδο της εκπαίδευσης, η προώθηση της κοινωνικής δικαιοσύνης στο πλαίσιο της ίσης πρόσβασης, έχει οδηγήσει στη λογική της ένταξης όλο και μεγαλύτερου αριθμού παιδιών με αναπηρίες στο χώρο της κανονικής τάξης και του κανονικού σχολείου, δυστυχώς δεν έχει επιτευχθεί σημαντική αλλαγή στο κοινωνικό στάτους των αναπήρων και στην επίτευξη της ισότιμης συμμετοχής τους. Διότι, η αμερόληπτη πρόσβαση στο συνηθισμένο σχολείο, δεν εξασφαλίζει βέβαια και την ισότιμη συμμετοχή στην εκπαίδευση. Απαιτούνται σημαντικές αλλαγές τόσο στο επίπεδο της τάξης όσο και συνολικά στο επίπεδο του εκπαιδευτικού συστήματος, ώστε η ισότιμη πρόσβαση να μην είναι μια απλή παραμονή στο συνηθισμένο σχολείο.

Για την πληρέστερη ερμηνευτική κατανόηση των ορίων της εκπαιδευτικής ένταξης των παιδιών με αναπηρίες μέχρι σήμερα, θα πρέπει να συζητηθεί το περιεχόμενο του όρου «ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες». Ο όρος ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες, ο οποίος γίνεται ευρύτερα αποδεκτός και αποτελεί συχνά μέρος της επιχειρηματολογίας υπέρ της σχολικής ένταξης των αναπήρων, επιδέχεται πολλαπλών ερμηνειών με σημαντικές διαφορές ως προς τα αποτελέσματά τους. Σύμφωνα με τη «συμβατική ερμηνεία», οι ίσες εκπαιδευτικές ευκαιρίες αφορούν στην άρση όλων των συμβατικών, επίσημων εμποδίων που έχουν τεθεί χωρίς καμία ηθική βάση. Με βάση αυτήν την ερμηνεία έχουν ληφθεί πλήθος νομοθετικών ρυθμίσεων και παροχών. Όμως, δεν αναγνωρίζεται η ιδιαιτερότητα που φέρνει κάθε παιδί στο εκπαιδευτικό σύστημα και κυρίως η αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικών και ατομικών παραγόντων και των περιορισμών πρόσβασης σε ίσες ευκαιρίες (Howe,1996). Διότι, ίσες ευκαιρίες σημαίνει όχι μόνο άρση των εμποδίων πρόσβασης αλλά και ουσιαστική στήριξη για ισότιμη τελικά πρόσβαση στην εκπαίδευση.

Ακόμη, για την εξασφάλιση ισότιμης πρόσβασης στην εκπαίδευση οφείλουμε να λαμβάνουμε υπόψη τις βαθύτερες οικονομικές και κοινωνικές ανισότητες, οι οποίες δεν αίρονται με την άρση συμβατικών εμποδίων στην εκπαίδευση. Αυτό που απαιτείται είναι όχι μόνον η απρόσκοπτη πρόσβαση σε ό,τι θεωρείται καλή εκπαίδευση αλλά ο σεβασμός των ιδιαιτεροτήτων και ο εμπλουτισμός της «καλής εκπαίδευσης» με αυτές τις ιδιαιτερότητες. Έτσι, η εκπαίδευση αποτελεί ένα κοινωνικό αγαθό στο οποίο όλοι δικαιούνται πρόσβαση στο βαθμό όμως που περιλαμβάνει και όχι απλά ανέχεται τις διαφορετικές συνθήκες ζωής και ανάγκες που φέρνει μαζί του κάθε παιδί. Αυτό σημαίνει ότι η ισότητα των εκπαιδευτικών ευκαιριών προσεγγίζεται στο πλαίσιο της κοινωνικής δικαιοσύνης και έχει ως στόχο τη συμμετοχή όλων στη δημιουργία των αποδεκτών κανόνων και της έννοιας της κανονικότητας.

Σύνταξη: Σουζάνα Παντελιάδου, Πηγή: Η κοινωνική ένταξη σε σχολείο και η μετάβαση σε χώρο εργασίας για τα άτομα στο φάσμα του αυτισμού: Θεωρητικά ζητήματα και εκπαιδευτικές παρεμβάσεις

Διαβάστε περισσότερα
Συνδρομή σε αυτήν την τροφοδοσία RSS
Αθηνα

Φειδιππίδου 27, 11527
T. 213 0360288 / 211 7706766
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Θεσσαλονικη

Λ.Καυταντζόγλου 14Α, 54639
T. 2310 230545 / 2310 230415
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

Θες να μαθαίνεις για τις επιμορφώσεις μας;
Γράψε μας το mail σου
×